DBRS: Γεωπολιτικός «συναγερμός» για ελληνικές και κυπριακές τράπεζες – Στο επίκεντρο τουρισμός και ναυτιλία

Η εντεινόμενη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή ενεργοποιεί νέα καμπανάκια κινδύνου για τον τραπεζικό κλάδο σε Ελλάδα και Κύπρο, με τη DBRS να προειδοποιεί ότι οι εξελίξεις ενδέχεται να ανατρέψουν τις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Ο συνδυασμός υψηλής εξάρτησης από τον τουρισμό και τη ναυτιλία και η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένων καθοδικών κινδύνων, παρά τη μέχρι πρότινος ισχυρή μακροοικονομική δυναμική.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι δύο αυτοί κλάδοι διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στις οικονομίες Ελλάδας και Κύπρου, γεγονός που εντείνει την ευπάθεια σε εξωγενή σοκ. Ιδιαίτερα ο τουρισμός, που αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, καθιστά τις οικονομίες πιο εκτεθειμένες σε μια ενδεχόμενη επιβράδυνση της ζήτησης, ειδικά υπό συνθήκες γεωπολιτικής έντασης.

Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από τις εξελίξεις στις μεταφορές. Η ουσιαστική διαταραχή στη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ και οι περιορισμοί στον εναέριο χώρο οδηγούν σε αναδρομολόγηση της ναυτιλίας, αυξημένα κόστη και ανοδικές πιέσεις στα ναύλα. Την ίδια στιγμή, επηρεάζονται αρνητικά τα αεροπορικά ταξίδια, με άμεσο αντίκτυπο στη ζήτηση για τουριστικές υπηρεσίες. Οι μεγαλύτερες αποστάσεις, η αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και τα υψηλότερα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου ενισχύουν το λειτουργικό κόστος των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, αυξάνοντας τη μεταβλητότητα στον κλάδο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η DBRS υπογραμμίζει ότι οι πιστωτικοί κίνδυνοι για τις τράπεζες αυξάνονται, ιδιαίτερα σε ένα σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης. Η έκθεση των τραπεζών σε κλάδους που σχετίζονται με μεταφορές, αποθήκευση και τουρισμό υπερβαίνει σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενισχύοντας την ευαισθησία τους σε αρνητικές εξελίξεις.

Τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών αποτυπώνουν ξεκάθαρα αυτή τη συγκέντρωση: τα δάνεια προς μεταφορές και αποθήκευση αντιστοιχούν στο 19,8% για την Ελλάδα και στο 11,2% για την Κύπρο, έναντι μόλις 5,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, η έκθεση σε δραστηριότητες καταλυμάτων και εστίασης διαμορφώνεται στο 11,1% για τις ελληνικές και στο 21,2% για τις κυπριακές τράπεζες, επίπεδα πολλαπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 2,6%. Αν και οι κατηγοριοποιήσεις δεν ταυτίζονται πλήρως με ναυτιλία και τουρισμό, αποτελούν αξιόπιστο δείκτη της συνολικής τραπεζικής έκθεσης στους συγκεκριμένους τομείς.

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζικών συστημάτων, διακρίνονται διαφοροποιήσεις. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη ανθεκτικότητα, καθώς η χρηματοδότηση της ναυτιλίας είναι σε μεγάλο βαθμό διεθνοποιημένη και βασίζεται σε εξασφαλίσεις επί περιουσιακών στοιχείων. Αντίθετα, οι κυπριακές τράπεζες είναι πιο εκτεθειμένες στον τουρισμό, γεγονός που τις καθιστά πιο ευάλωτες σε άμεσες διακυμάνσεις της ζήτησης και σε πιθανούς κραδασμούς από τη γεωπολιτική κρίση, ιδιαίτερα λόγω γεωγραφικής εγγύτητας.

Παρά τις αυξανόμενες προκλήσεις, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατα αρνητική. Η DBRS επισημαίνει ότι και τα δύο τραπεζικά συστήματα διαθέτουν ισχυρή κερδοφορία και ικανοποιητικά κεφαλαιακά αποθέματα, τα οποία λειτουργούν ως «μαξιλάρι» απέναντι σε ένα πιο αβέβαιο περιβάλλον. Επιπλέον, η σημαντική αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τα τελευταία χρόνια παρέχει πρόσθετη στήριξη στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ωστόσο, η σημασία του τουρισμού και της ναυτιλίας παραμένει καθοριστική. Ο τουρισμός επηρεάζει ένα ευρύ φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας, από τις μεταφορές και την ψυχαγωγία έως την ιδιωτική κατανάλωση και την απασχόληση, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής για το σύνολο της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η ναυτιλία, αν και μικρότερης σχετικής βαρύτητας, εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, με την τρέχουσα συγκυρία να ενισχύει τη μεταβλητότητα λόγω των ανακατατάξεων στις εμπορικές ροές.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι σαφές: η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα καθορίσουν την πορεία των κινδύνων για τον τραπεζικό τομέα. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η άνοδος του ενεργειακού κόστους, οι πληθωριστικές πιέσεις και η επιβράδυνση της ανάπτυξης, ενδέχεται να εντείνουν τις πιέσεις στο οικονομικό περιβάλλον.

Συνολικά, ενώ οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται πιο ανθεκτικές σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και οι κυπριακές πιο ευάλωτες σε άμεσους κραδασμούς, και τα δύο τραπεζικά συστήματα εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, όπου η ισορροπία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς γεωπολιτικούς παράγοντες.